Με βάση τα υπάρχοντα αρχαιολογικά δεδομένα, ο τειχισμένος οικισμός της Φανοτής ιδρύεται στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., εποχή κατά την οποία συνοικίζονται και οι υπόλοιπες σημαντικές θεσπρωτικές πόλεις, όπως η Ελέα (Βέλιανη), η Γιτάνη και η Ελίνα (Δυμόκαστρο), και ακμάζει κατά την ελληνιστική περίοδο. Ο πληθυσμός του κατά τα ελληνιστικά χρόνια υπολογίζεται στους 1.600 κατοίκους. Σύμφωνα με τον Λατίνο ιστορικό Λίβιο, η Φανοτή είναι η πρώτη Ελληνική πόλη, που έπεσε στα χέρια των Ρωμαϊκών Λεγεώνων του Αιμίλιου Παύλου το 168 π.Χ. Στην αναφορά στη Φανοτή που γίνεται από το Ρωμαίο ιστορικό Λίβιο, “η πόλη απέκρουσε αποτελεσματικά την πολιορκία των ρωμαϊκών στρατευμάτων” το 170/169 π.Χ. Τo 167 π.Χ. παραδόθηκε στο ρωμαίο στρατηγό Λούκιο Ανίκιο Γάλλο. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, ακολούθησε εν μέρει τη μοίρα των υπόλοιπων ηπειρωτικών πόλεων. Τα τείχη υπέστησαν εκτεταμένες καταστροφές και η πόλη ερημώθηκε κατά το μεγαλύτερο τμήμα της χωρίς να εγκαταλειφθεί. Η κατοίκηση συνεχίστηκε εντός των ορίων του εσωτερικού οχυρωματικού περιβόλου, ο οποίος επισκευάστηκε επιμελώς, ενώ στο ψηλότερο σημείο του οικισμού κατασκευάστηκε τετράγωνος πύργος.
Κατά την αυτοκρατορική περίοδο, με την ίδρυση της ρωμαϊκής αποικίας της Φωτικής, η Φανοτή αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους οικισμούς που εξαρτώνταν διοικητικά (ως vici) από την αποικία, καθώς βρισκόταν μέσα στα όρια της επικράτειάς της (territorium). Να σημειωθεί ότι ο οικισμός ήταν χτισμένος σε μια, από κάθε άποψη, προνομιακή θέση, καθώς δέσποζε στον εύφορο κάμπο που περικλείεται μέσα στην καμπύλη του ποταμού Καλαμά και επιπλέον έλεγχε τον διεθνή ρωμαϊκό δρόμο Απολλωνίας – Βουθρωτού – Φωτικής – Νικόπολης.
Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, επάνω στο δυτικό πύργο της πύλης του εξωτερικού περιβόλου κατασκευάζεται χριστιανικός ναός. Πέραν του ναού θα πρέπει να υπήρχε και οικισμός στην περιοχή, όπως προκύπτει από την ύπαρξη εκτεταμένου νεκροταφείου, τμήματα του οποίου εντοπίζονται τόσο σε γειτνίαση με το χριστιανικό ναό, όσο και στις πλαγιές του απέναντι λόφου, στην ίδια θέση με το νεκροταφείο της αρχαίας πόλης.
Κατοίκηση της ακρόπολης διαπιστώνεται εκ νέου κατά την οθωμανική περίοδο και συνεχίζεται έως τα νεότερα χρόνια, οπότε έχουμε την οριστική εγκατάλειψη του οικισμού. Το 1995, με αφορμή τη διαπίστωση λαθρανασκαφής, διενεργήθηκε μικρής έκτασης ανασκαφή στο βορειοανατολικό τμήμα της ακρόπολης, κατά την οποία ερευνήθηκε μερικώς το κτήριο 3, πιθανόν μεγάλη οικία των ελληνιστικών χρόνων, που επαναχρησιμοποιήθηκε κατά τη ρωμαϊκή, αλλά και τη μεταβυζαντινή εποχή. Τα κινητά ευρήματα από την έρευνα του εν λόγω κτηρίου καλύπτουν ένα ευρύτατο χρονολογικό φάσμα από την εποχή του Κοινού των Ηπειρωτών (233 – 167 π.Χ.) έως την οθωμανική περίοδο.
Διαβάστε περισσότερα στο wikipedia
